διατροφή τρόφιμα λαογραφία αθλητισμός

Δευτέρα 24 Απριλίου 2017

Ανοσοποιητικό σύστημα Άσκηση και Διατροφή




Ξεκινώντας να μιλήσουμε για το ανοσοποιητικό σύστημα και τη σχέση του με τη διατροφή και άσκηση θα ήταν σκόπιμο αρχικά να ορίσουμε το τι είναι ανοσοποιητικό και ποιες λειτουργίες έχει. Το ανοσοποιητικό  σύστημα λοιπόν είναι ο κεντρικός ρυθμιστής της άμυνας του οργανισμού μας στις λοιμώξεις. Είτε πρόκειται για βακτήρια είτε ιούς ή μύκητες, αν ο οργανισμός ανιχνεύει ένα ξένο παθογόνο το σώμα μας θα εξαπολύσει μια καλά οργανωμένη και συντονισμένη απάντηση ώστε να καταπολεμήσει τη λοίμωξη. Αυτή η απάντηση περιλαμβάνει δύο κλάδους του ανοσοποιητικού συστήματος: την έμφυτη και επίκτητη Ανοσία. Σκεφτείτε την έμφυτη ως τη πρώτη  γραμμή άμυνας όταν ο οργανισμός συναντά για πρώτη φορά τη μόλυνση ενώ στη συνέχεια  «προειδοποιεί» την επίκτητη ανοσία να ετοιμαστεί ώστε να καταπολεμήσει τη λοίμωξη. Με αυτά  τα δύο χέρια που εργάζονται από κοινού, το ανοσοποιητικό σύστημα είναι σε θέση να καταπολεμήσει το παθογόνο και την εκάστοτε μόλυνση.



Πώς όμως η άσκηση επηρεάζει το ανοσοποιητικό σύστημα ;
Ενώ η σωματική δραστηριότητα γενικά ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα [10] , όπως είναι κατανοητό καθώς η δόση κάνει το δηλητήριο ακόμη και όταν πρόκειται για την ευεργετική άθληση η πολύ έντονη και παρατεταμένη άσκηση επιδρά αρνητικά στις άμυνες μας . Ανάλογα με τη διάρκεια και την ένταση της άσκησης καθώς και τις φάσεις αποκατάστασης, το σώμα  βρίσκει ή  χάνει την ισορροπία του. Πιέζοντας  επιμέρους τα όρια μας πάρα πολύ συχνά και χωρίς την απαραίτητη ξεκούραση και ανάκαμψη  καταλήγουμε στην σταδιακή αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος. Ένα εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να οδηγηθεί σε αυξημένο κίνδυνο  λοίμωξης, καθώς και αυξημένα ποσοστά  νόσου. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να μάθουμε  να γνωρίζουμε τα όριά μας ώστε να αποφύγουμε κακοτοπιές ενώ ταυτόχρονα μπορούμε να λαμβάνουμε υπόψη κάποιες βασικές αρχές που παρουσιάζονται στη βιβλιογραφία.



Παρά τις  Πολλές θετικές επιδράσεις της σωματικής άσκησης, ορισμένες αρνητικές  αλλαγές συμβαίνουν ως αποτέλεσμα της μακροχρόνιας βαριάς προπόνησης με αποτέλεσμα τη παροδική δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, την αυξημένη φλεγμονή και το οξειδωτικό στρες. Αυτή  η περίπτωση αφορά τους ελίτ αθλητές, που προπονούνται εντατικά για να ανταγωνιστούν σε υψηλότερο ανταγωνιστικό επίπεδο. Εν τούτοις, οι αθλητές φαίνεται  ότι μπορούν να εξουδετερώσουν τις αρνητικές συνέπειες της έντονης προπόνησης μειώνοντας τελικά τις  οξείες και χρόνιες φλεγμονές καθώς και να  υποστηρίξουν το ανοσοποιητικό σύστημα με διατροφικά συμπληρώματα και ορισμένα αντίμετρα. Για το σκοπό αυτό η σωστή χρήση των μακροθρεπτικών  καθώς και  κατάλληλη παρέμβαση με χρήση  Ορισμένων συμπληρωμάτων μπορούν να μειώσουν τις προκαλούμενες  από την άσκηση αλλαγές στο ανοσοποιητικό,  ενώ συνάμα μπορούν να περιορίσουν τους φλεγμονώδης  κινδύνους. Για παράδειγμα, το αμινοξύ διακλαδισμένης αλυσίδας (BCAA)  μπορεί να προωθήσει κάποιες ανοσοαποκρίσεις  στους σκελετικούς μυς  [8]. Ακόμη περισσότερο υπάρχουν ιχνοστοιχεία που παίζουν σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Ειδικότερα, η αντιοξειδωτική ικανότητα των διαφόρων διατροφικών μικροθρεπτικών συστατικών (π.χ., τοκοφερόλες και φλαβονοειδή) παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον δεδομένου ότι υποστηρίζουν το ενδογενές σύστημα αντιοξειδωτικής άμυνας των αθλητών, αντισταθμίζοντας τις αρνητικές συνέπειες της οξειδωτικής βλάβης που οφείλεται στις ελεύθερες ρίζες. Επιπλέον μερικά από αυτά τα  θρεπτικά συστατικά  έχουν δυνητικά αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες όπως εκτιμάται από τα διαταραγμένα επίπεδα της ιντερλευκίνης-6 (IL-6) και C-αντιδρώσα πρωτεΐνης (CRP).



Συνοψίζοντας τα βασικότερα σημεία είναι τα εξής :

α. Μακράς διάρκειας έντονα προγράμματα άσκησης  μπορεί να οδηγήσουν σε χρόνια ανοσοκαταστολή σε αθλητές, αυξάνοντας τον κίνδυνο μόλυνσης. Η χρόνια άσκηση αυξάνει τη κινητοποίηση των ουδετερόφιλων, Μειώνει κινητοποίηση των λεμφοκυττάρων, και μειώνει τούς απόλυτους και  σχετικούς αριθμούς των ουδετερόφιλων σε κατάσταση ηρεμίας.

β. Διατροφικές ελλείψεις μεταβάλλουν το ανοσολογικό σύστημα και αυξάνουν τον κίνδυνο μόλυνσης.

γ. Η διατροφή μπορεί να επηρεάσει την επαγόμενη από άσκηση ανοσοκαταστολή σε  Elite αθλητές που ανταγωνίζονται στα υψηλότερα επίπεδα, ενώ οι τελευταίοι μπορούν να επωφεληθούν από συμπλήρωμα διατροφής και τη διατροφική στήριξη για τη βελτίωση της ανοσίας και τη μείωση  οξείων και χρονίων φλεγμονών.

δ.  Για να διατηρήσετε ισχυρή ανοσία  πρέπει να ακολουθείτε μια καλά ισορροπημένη διατροφή και επαρκής ώστε να  ανταποκριθείτε στις απαιτήσεις  ενέργειας, υδατανθράκων, πρωτεΐνών και μικροθρεπτικών συστατικών. Διαιτητικές ανεπάρκειες  πρωτεΐνης και ειδικών μικροθρεπτικών έχουν από καιρό συσχετιστεί με δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού ενώ απαιτείτε επαρκής πρόσληψη σιδήρου, ψευδαργύρου, και βιταμινών Α, D, Ε, Β6 και Β12 που είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τη διατήρηση της εύρυθμης λειτουργίας του ανοσοποιητικού.

ε.  Η κατανάλωση υδατανθράκων κατά τη διάρκεια παρατεταμένης έντονης άσκησης φαίνεται ότι περιορίζει τις ορμόνες του στρες και φαίνεται ακολούθως να μειώνει την επαγώμενη ανοσοκαταστολή.

ζ. Η ανεπάρκεια βιταμίνης D μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό πρόβλημα καθώς πρόσφατες μελέτες έχουν τονίσει τη σημασία της για τον περιορισμό και συχνότητα εμφάνισης λοιμώξεων. Κατά τους χειμερινούς μήνες είναι πιθανό να εμφανίζεται ανεπάρκεια  στο γενικό πληθυσμό και σε αθλητές, ωστόσο ο κίνδυνος αυτός όπως είναι κατανοητό μειώνεται αρκετά για αθλητές που συνηθίζουν να προπονούνται σε εξωτερικούς χώρους.

η. Η αποτελεσματικότητα των συμπληρωμάτων L-γλουταμίνης  έχει εγείρει πολλές αμφιβολίες και διαμάχες καθώς μελέτες με σταθερές δόσεις (20-30 g / ημέρα) ή μεταβλητές δόσεις (0,3 - 0,5 g / kg σωματικού βάρους)  ή ακόμα και σε συνδυασμό με άλλα μακροθρεπτικά  που έχει δοκιμαστεί δεν έχει εξάγει επαναλήψιμα αποτελέσματα [4], [5], [6]. Συνεπώς συμπληρώματα L-γλουταμίνης δεν συνίστανται  για τον αθλητισμό και την άσκηση [7]. Ωστόσο σε μια μελέτη που έλαβε χώρα σε τριαθλητές όταν χρησιμοποιήθηκε πρωτεΐνη ορού γάλακτος εμπλουτισμένη με L-γλουταμίνη το Μειωμένο μιτοχονδριακό διαμεμβρανικό δυναμικό στα  λεμφοκύτταρα και ουδετερόφιλα αυξήθηκε (κυρίως στα ουδετερόφιλα) που είναι ουσιαστικό για την απόκριση έναντι ιογενών λοιμώξεων [9].




Ασχέτως των επιμέρους τεχνικών θεμάτων που παρουσιάστηκαν αλλά και των εκατοντάδων άλλων που μπορείτε να εντοπίσετε εξατομικευμένα ο καθένας, η εκπαίδευση στη λογικές «δόσεις» βοηθά να ενισχύσουμε το ανοσοποιητικό μας σύστημα χωρίς να κινδυνεύουμε. Ξεκινάμε αργά ώστε να  δημιουργήσουμε σταδιακά ένα βασικό υπόβαθρο με  έμφαση στην επαρκή ξεκούραση και αποκατάσταση όχι μόνο ώστε να ενισχύσουμε την υγεία μας αλλά έτσι να βελτιώνουμε και  την απόδοσή μας. Δίνουμε βάση σε μια ισορροπημένη διατροφή χωρίς αποκλεισμούς σημαντικών θρεπτικών ομάδων και αν εν τέλει φτάσουμε σε ένα υψηλό σημείο αθλητικής απόδοσης έχοντας εξαντλήσει τα προηγούμενα, απευθυνόμαστε σε κάποιο ειδικό ώστε να μας προτείνει πιο εξειδικευμένες στρατηγικές ενίσχυσης του ανοσοποιητικού, αφουγκραζόμενοι πρώτα το σώμα μας και κάνοντας έπειτα αιματολογικές και διάφορες άλλες εξετάσεις.



Βιβλιογραφία:

1.     Anti-inflammatory Dietary Interventions and Supplements to Improve Performance during Athletic Training Daniela Buonocore, Massimo Negro, Enrico Arcelli, and Fulvio Marzatico Journal Of The American College Of Nutrition Vol. 34 , Iss. Sup1,2015

2.     Nutritional Support to Maintain Proper Immune Status during Intense TrainingGleeson M Tipton KD, van Loon LJC (eds): Nutritional Coaching Strategy to Modulate Training Efficiency. Nestlé Nutr Inst Workshop Ser. Nestec Ltd. Vevey/S. Karger AG Basel, © 2013, vol 75, pp 85 -97https://doi.org/10.1159/000345822

3.     Immunological aspects of sport nutrition. Gleeson M1.Immunol Cell Biol. 2016 Feb;94(2):117-23. doi: 10.1038/icb.2015.109. Epub 2015 Dec 4.

4.     Hiscock N, Pedersen BK. Exercise-induced immunodepression– plasma glutamine is not the link. J Appl Physiol. 2002;93:813–822. doi: 10.1152/japplphysiol.00048.2002.[PubMed] [Cross Ref] [Ref list]

5.      Castell LM, Poortmans JR, Leclercq R, Brasseur M, Duchateau J, Newsholme EA. Some aspects of the acute phase response after a marathon race, and the effects of glutamine supplementation. Eur J Appl Physiol Occup Physiol. 1997;75:47–53. doi: 10.1007/s004210050125. [PubMed] [Cross Ref] [Ref list]

6.     Krzywkowski K, Petersen EW, Ostrowski K, Kristensen JH, Boza J, Pedersen BK. Effect of glutamine supplementation on exercise-induced changes in lymphocyte function. Am J Physiol Cell Physiol. 2001;281:C1259–C1265. [PubMed] [Ref list]

7.     Walsh NP, Gleeson M, Pyne DB, Nieman DC, Dhabhar FS, Shephard RJ, Oliver SJ, Bermon S, Kajeniene A. Position statement. Part two: maintaining immune health. Exerc Immunol Rev. 2011;17:64–103. [PubMed] [Ref list]

8.      Bassit RA, Sawada LA, Bacurau RF, Navarro F, Martins E, Jr, Santos RV, Caperuto EC, Rogeri P, Costa Rosa LF. Branched-chain amino acid supplementation and the immune response of long-distance athletes. Nutrition. 2002;18:376–379. doi: 10.1016/S0899-9007(02)00753-0. [PubMed] [Cross Ref] [Ref lis]

9.     Cury-Boaventura MF, Levada-Pires AC, Folador A, Gorjao R, Alba-Loureiro TC, Hirabara SM, Peres FP, Silva PR, Curi R, Pithon-Curi TC. Effects of exercise on leukocyte death: prevention by hydrolyzed whey protein enriched with glutamine dipeptide. Eur J Appl Physiol. 2008;103:289–294. doi: 10.1007/s00421-008-0702-1. [PubMed] [Cross Ref] [Ref list]


10.  Is Regular Exercise a Friend or Foe of the Aging Immune System? A Systematic Review Haaland, Derek A MD, MSc*; Sabljic, Thomas F†; Baribeau, Danielle A†; Mukovozov, Ilya M†; Hart, Lawrence E MBBCh, MSc*Clinical Journal of Sport Medicine: November 2008 - Volume 18 - Issue 6 - pp 539-548

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

Ο Μόλυβδος στη διατροφή μας




Παραφράζοντας τη γνωστή κινηματογραφική ταινία ‘Love and other drugs’ θα μπορούσε στο συγκεκριμένο άρθρο να δοθεί ο τίτλος ‘Food and other drugs’. Στην πραγματικότητα όμως τα διαφόρων τύπων δηλητήρια που απαντώνται στη φύση, μοιραία και υπό συγκεκριμένες συνθήκες περνούν σχετικά εύκολα σε διάφορα τρόφιμα.  
Αρχικά πρέπει να τονίσουμε μια βασικότατη αρχή της χημείας που ακόμα ηχεί στα αυτιά μου από τα φοιτητικά χρόνια, σχετικά με το τι ορίζεται ως δηλητήριο. Θα αποφύγω να περάσω σε πολύπλοκους ορισμούς τοξικολογίας και απλά θα αναφέρω ότι το δηλητήριο το κάνει η δόση. Θεωρητικά ακόμα και κατά γενική ομολογία ασφαλή και κοινά τρόφιμα ή συστατικά αυτών, μπορούν εν δυνάμη να είναι επικίνδυνα για την υγεία του καταναλωτή. Είναι εύκολο να φανταστεί κανείς ότι ακόμα και η  κατανάλωση νερού σε ακραίες ποσότητες (5-6lt/day) μπορούν να είναι τοξικές για τον οργανισμό διαταράσσοντας κυρίως τις κυτταρικές συγκεντρώσεις μετάλλων όπως Κάλιο και Νάτριο. Ωστόσο είναι προφανές ότι επειδή στην καθημερινότητα ένας άνθρωπος καταναλώνει πολύ μικρότερες ποσότητες νερού ένας τέτοιος κίνδυνος είναι ανύπαρκτος.
Πάμε λοιπόν να ασχοληθούμε με άλλες συνυπάρχουσες με τα τρόφιμα ουσίες και συγκεκριμένα το Μόλυβδο που σε ελάχιστες ποσότητες μπορεί να είναι ιδιαίτερα βλαπτικός για τον ανθρώπινο οργανισμό και τις λειτουργίες του. Ως συνήθως τα νούμερα είναι αδυσώπητα και σύμφωνα με το βιβλίο του J. Gordon Millichap, MD, ομότιμου καθηγητή  παιδιατρικής και νευρολογίας, Δεκατέσσερα εκατομμύρια  παιδιά κάτω των επτά ετών στις HΠΑ είναι εκτεθειμένα στο μόλυβδο  που προέρχεται από το περιβάλλον . Δεκαεπτά τοις εκατό έχουν τέτοια επίπεδα μολύβδου στο αίμα που αρκεί για να προκαλέσει σοβαρά ελλείμματα στην ευφυΐα και διαταραχές της συμπεριφοράς που μπορεί να επιμένουν στην  εφηβεία και  ενηλικίωση. Και αν νιώσατε ελάχιστα ανασφαλείς με τα παραπάνω, είμαι σίγουρος ότι θα ενταθεί η ανασφάλεια σας κατάτι αν συνυπολογίσετε   ότι το όριο για το επίπεδο μολύβδου στο αίμα (BLL) που πίστευαν το 1960 ότι προκαλεί τοξικότητα στα παιδιά ήταν 60 μg / dL, η τιμή μειώθηκε στα 10 μg / dL, το 1991 και φτάσαμε  στο τέλος  το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών στις ΗΠΑ  να δηλώνει  ότι  πλέον δεν υπάρχει καθορισμένο  οποιοδήποτε επίπεδο μολύβδου στο αίμα που να είναι ασφαλές για τα παιδιά [4].
Πρωταθλητής στη μεταφορά Μολύβδου αποτελεί το νερό που είτε καταναλώνεται άμεσα , είτε χρησιμοποιείται ως μέσο επεξεργασίας και παρασκευής τροφίμων. Είναι κατανοητό ότι τα βρέφη παρουσιάζουν την μεγαλύτερη ευπάθεια στον μόλυβδο, με το αμέσως επόμενο γκρούπ να περιλαμβάνει τα νήπια που έχουν τη τάση να καταναλώνουν περίεργα-αφύσικα τρόφιμα όπως Chips και χρωματιστά παρασκευάσματα.
Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι Κεραμικά σκεύη με γάνωμα μόλυβδου , διάφοροι  βραστήρες και μεταλλικά κουτιά με  αρθρώσεις μολύβδου-συγκολλημένες  απελευθερώνουν  μόλυβδο ο οποίος μεταναστεύει στη τροφή και το νερό όταν  όξινα υγρά, όπως αποξηραμένα φρούτα και χυμοί αποθηκεύονται ή μαγειρεύονται σε αυτά. Εάν έχετε κληρονομήσει ή αποκτήσει προίκα από  Παλιές κούπες αγγειοπλαστικής και βραστήρες αντίκες, καλύτερα να παραμείνουν  ως  διακοσμητικά στην κουζίνα.
Καλό είναι να γνωρίζεται ότι έπειτα από δειγματοληψίες σε διάφορα τρόφιμα μετρήθηκε η Περιεκτικότητα σε μόλυβδο και φάνηκε ότι  ήταν υψηλότερη σε κονσέρβα ντομάτας με χαμηλότερα ποσά σε άλλα κονσερβοποιημένα τρόφιμα. Μεταξύ των γεωργικών προϊόντων  τα πιο επιβαρυμένα ήταν το  καλαμπόκι, το σιτάρι, η σόγια, και ντομάτες. Στις παιδικές τροφές η  δειγματοληψία κατέδειξε  υψηλότερη περιεκτικότητα σε μόλυβδο στο χυμό πορτοκαλιού, ακολουθούμενη από το χυμό μήλου. Τα  Λαχανικά καθώς  και τα  μείγματα κρέατος είχαν τη χαμηλότερη περιεκτικότητα σε μόλυβδο.
Μια λογική ερώτηση είναι πως προκύπτει ο μόλυβδος στα τρόφιμα, δηλαδή ,μέσω ποιών πηγών?
Η απάντηση είναι  ότι η Βιολογική πρόσληψη μολύβδου γίνεται αρχικά μέσω του  εδάφους, έπειτα  τα φυτά καταναλώνονται από τα ζώα και τον άνθρωπο. Επιπλέον μολυβδικά- αρσενικά   φυτοφάρμακα που χρησιμοποιούνται στην κηπουρική καθώς και η επεξεργασία και αποθήκευση τροφίμων στις κονσέρβες. Τέλος η  Τοποθεσία όπου τα λαχανικά  καλλιεργούνται σε σχέση με τις μεγάλες λεωφόρους καθορίζει το ποσοστό πρόσληψης μολύβδου από τα φυτά. Γενικά καλό θα ήταν  αποφεύγεται όσο αυτό  είναι εφικτό τη κατανάλωση λαχανικών και φρούτων που φύονται δίπλα σε μεγάλους αυτοκινητόδρομους, (ενημερώστε και τις γιαγιάδες  όταν μαζεύουν χόρτα).  
Επίσης μια ερώτηση αφορά αν υπάρχει κάποιου τύπου προστασία-αντίδοτο για την υπερβολική πρόσληψη Μολύβδου?
Η αλήθεια είναι   Πολλοί διατροφικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν την απορρόφηση του μολύβδου στη διατροφή. Ελλείψεις σε πρωτεΐνες, ασβέστιο, φώσφορο, βιταμίνη Ε, σίδηρο, ψευδάργυρο, σελήνιο [5]  μπορεί να αυξήσουν τη σοβαρότητα της τοξικότητας μολύβδου, ενώ μία δίαιτα υψηλή σε πρωτεΐνες, και ασκορβικό οξύ [βιταμίνη C] καθώς και  συμπληρώματα σιδήρου έχουν μια προστατευτική επίδραση. Σε μια μελέτη Review [2] βρέθηκε ότι ορισμένα βασικά μέταλλα και βιταμίνες είναι εξαιρετικά αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα επίσης άρθρο Review [3]  στο οποίο οι συγγραφείς καταλήγουν ότι σε γενικές γραμμές αυτό που θεωρούμε ως υγιεινή διατροφή αποτελεί και ασπίδα προστασίας έναντι της τοξέωσης από μόλυβδο, ενώ νηστεία και διαταραγμένα διατροφικά σχήματα προωθούν περεταίρω την καταστροφική επίδραση του μολύβδου.  


Τα Συμπληρώματα διατροφής είναι ελεύθερα Μολύβδου?
 Αν και σύμφωνα με τα παραπάνω η απάντηση είναι ιδιαίτερα εύκολη, να σας καταθέσω ένα επιπλέον στοιχείο Βάση του οποίου  σε συμπληρώματα διατροφής  ασβεστίου και άλλων μετάλλων έχουν ανιχνευθεί ποσότητες Μολύβδου και αυτό διότι    ορισμένα παρασκευάζονται από οστά  ηλικιωμένων αλόγων μολυσμένων με μόλυβδο.

Γενικά στις βιομηχανοποιημένη κοινωνία μας κάθε παιδί μπορεί να δηλητηριαστεί από μόλυβδο και  συνιστάται όλα τα παιδιά  να ελέγχονται. Παιδιά με υψηλά επίπεδα πρέπει να αντιμετωπίζονται γρήγορα με τη θεραπεία αποσιδήρωσης, όπου ένα χημικό χηλικό (φανταστείτε κάτι σαν τσιμπίδα κυριολεκτικά) εγκλωβίζει το μέταλλο και  αποβάλλονται μαζί. Οι επιζώντες  οξείας έκθεσης μπορεί να είναι διανοητικά καθυστερημένοι και  να υποφέρουν από επιληπτικές κρίσεις και παράλυση. Η πρόληψη και η έγκαιρη διάγνωση    είναι απαραίτητα για τη βελτίωση στην πρόγνωση  δηλητηρίασης από μόλυβδο,  μιας κοινής σε κίνδυνο πλέον κατάστασης  που ονομάζεται και  «σιωπηλή επιδημία».
Ολοκληρώνοντας πρέπει να τονίσουμε ότι ο Μόλυβδος αποτελεί ένα σιωπηλό κίνδυνο που ελλοχεύει κυρίως για τα νήπια-παιδιά καθώς η ύπαρξη του είναι αισθητή σε πολλές παραγωγικές διαδικασίες, ενώ αποτελεί αναπόσπαστο συστατικό των καυσίμων και υλικών συσκευασίας. Οι επιδημιολογικές μελέτες αν και αποδεικνύουν ότι τα τελευταία χρόνια η έκθεση είναι χαμηλότερη, ωστόσο δεν έχει αποσαφηνιστεί αν υπάρχει ανεκτό όριο για τον οργανισμό. Μέχρι να απομακρυνθεί εντελώς η χρήση του από τη βιομηχανία και μέχρι να καθοριστεί κάποιο όριο ασφαλείας(αν γίνει ποτέ) καλό θα ήταν ιδιαίτερα για τα παιδιά να λαμβάνονται πρώτα από εμάς κάποια προληπτικά μέτρα που δεν διαφέρουν ιδιαίτερα  από τα γνωστά tips διατροφής. Αποφυγή όσο το δυνατόν ραφιναρισμένων-συσκευασμένων τροφίμων, στροφή σε βιολογικά λαχανικά και φρούτα (τουλάχιστον) καθώς και σε όσο το δυνατόν λιγότερα επεξεργασμένα τρόφιμα. Επίσης χρειάζεται μια προσοχή στα οικιακά σκεύη και ιδιαιτέρως αν είναι παλιά όπως τα κεραμικά αλλά και μη κατανάλωση τροφίμων που παράγονται κοντά σε μεγάλους δρόμους και αεροδρόμια.
Αν δεν έχετε τη δυνατότητα ή ακόμα και την όρεξη να ελέγχεται όλα τα παραπάνω, τότε φροντίστε τουλάχιστον  να καταναλώνεται αρκετά συχνά εσείς και τα παιδιά σας τρόφιμα πλούσια σε ψευδάργυρο, σίδηρο και βιταμίνη C.        


Βιβλιογραφία:

2.    Ahamed M1, Siddiqui MK, Environmental lead toxicity and nutritional factors, Clin Nutr. 2007 Aug;26(4):400-8. Epub 2007 May 17.
3.    Ros C1, Mwanri L, Lead exposure, interactions and toxicity: food for thought, Asia Pac J Clin Nutr. 2003;12(4):388-95.
4.    Hassanien M.A., Elshahawy A.M. Environmental heavy metals and mental disorders of children in developing countries. In: Simeonov L.I., Kochubovski M.V., Simeonova B.G., editors. Environmental Heavy Metal Pollution and Effects on Child Mental Development: Risk Assessment and Prevention Strategies. 1st ed. Springer; Dordrecht, The Netherlands: 2010. p. 13.
5.    Reeves P.G., Chaney R.L. Marginal nutritional status of zinc, iron, and calcium increases cadmium retention in the duodenum and other organs of rats fed rice-based diets. Environ. Res. 2004;96:311–322. doi: 10.1016/j.envres.2004.02.013. [PubMed] [Cross Ref]

 

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2017

Η Διατροφή Στην Ινδία και ο Υποσιτισμός


Η Ινδία είναι μια μεγάλη χώρα, όπου συγκλίνουν διαφορετικές κουλτούρες ενώ διαθέτει μια πλούσια γαστρονομική κληρονομιά . Η Ινδία ανάλογα με την κουζίνα χωρίζεται σε τέσσερις περιοχές ενώ η διατροφή ποικίλλει από περιοχή σε περιοχή με βάση το κλίμα και τη γεωργία. Η Κουζίνα από τη βόρεια Ινδία χρησιμοποιεί κρέμα και  έλαια. Στην  Νότια ινδική κουζίνα η διατροφή περιλαμβάνει λιγότερα λιπαρά, με τα περισσότερα πιάτα να είναι ψημένα ή στον ατμό ενώ  η καρύδα αποτελεί τη βάση. Η Ανατολική Ινδία  είναι γνωστή για τα γλυκά της, ενώ στη δυτική Ινδία υπάρχει μια ποικιλία από στυλ μαγειρικής.

Το Ινδικό φαγητό είναι πλούσιο σε αρώματα με τα  μπαχαρικά να  δημιουργούν την ξεχωριστή γεύση της ινδικής κουζίνας που κατηγοριοποιείτε είτε ως γλυκιά, πικάντικη, αψιά, ζεστή ή συνδυασμός αυτών. Κοινά μπαχαρικά περιλαμβάνουν τη μουστάρδα, το τσίλι, το πιπέρι, τζίντζερ, Tamarin
d και Kokam. Τα Μπαχαρικά χρησιμοποιούνται όχι μόνο για να προσδώσουν γεύση σε ένα πιάτο αλλά χρησιμοποιούνται επίσης για την ψύξη και τη θέρμανση του σώματος κατά τη διάρκεια της ζέστης ή τού κρύου αντιστοίχως. Τα Ινδικά πιάτα μπορεί να είναι πικάντικα, αλλά αυτό εξαρτάται από το μάγειρα και την περιοχή η συνταγή. Το  Γιαούρτι χρησιμοποιείται συνήθως  ως σάλτσα  ή για να κρυώσει πικάντικα πιάτα.

Η τεράστια θρησκευτική  πολυμορφία στην Ινδία  επηρεάζει την κουζίνα της, καθώς το  Βοδινό και χοιρινό κρέας δεν χρησιμοποιούνται συνήθως στα ινδικό φαγητό, επειδή οι αγελάδες είναι ιερές στην ινδουιστική θρησκεία και το χοιρινό κρέας απαγορεύεται στη μουσουλμανική θρησκεία. Τα  πιάτα με ψάρι είναι κοινά στις παράκτιες περιοχές όπως Βεγγάλη και Κεράλα, ενώ τα  Πουλερικά και το  αρνί συνήθως καταναλώνονται σε ορεινές περιοχές και τις πεδιάδες.

Το κλίμα της Νότιας Ινδίας είναι καυτό συνεπώς η κουζίνα είναι συνήθως με βάση το ρύζι επειδή ο κόκκος μεγαλώνει εύκολα σε αυτές τις  περιοχές. Η Βόρεια Ινδία  όμως, έχει ενα μικτό κλίμα και ενσωματώνει περισσότερο τα ψωμιά. Τα  Βόρεια ψωμιά είναι άζυμά και περιλαμβάνουν naan, chapatis και rotis.

Ωστόσο σε αυτό το σημείο πρέπει να τονιστεί ότι όπως και άλλες αναπτυσσόμενες χώρες η Ινδία αντιμετοπίζει σοβαρότατο πρόβλημα υποσιτισμού.  Συγκεκριμένα Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι η Ινδία είναι ένα από τα κράτη με τα  υψηλότερα  ποσοστά στον κόσμο σε  αριθμό  παιδιών που υποφέρουν από υποσιτισμό. Ο επιπολασμός των λιποβαρών παιδιών στην Ινδία είναι μεταξύ των υψηλότερων στον κόσμο  και είναι σχεδόν διπλάσιο από εκείνο της υποσαχάριας Αφρικής, με ολέθριες συνέπειες για την κινητικότητα, τη θνησιμότητα, την παραγωγικότητα και την οικονομική ανάπτυξη. Ο υποσιτισμός αναφέρεται στην κατάσταση όπου υπάρχει μια μη ισορροπημένη διατροφή στην οποία ορισμένα θρεπτικά συστατικά είναι σε περίσσεια, έλλειψη ή λάθος ποσοστό. Παρά την αύξηση κατά 50%  στο ΑΕΠ από το 1991, [3] περισσότερο από το ένα τρίτο των υποσιτισμένων παιδιών του κόσμου ζουν στην Ινδία. Μεταξύ αυτών, τα μισά λιποβαρή παιδιά είναι κάτω των 3 ετών.

Καταλήγοντας πρέπει να τονίσουμε ότι πέρα από τα εξωτικά φαγητά, τις φιλοσοφικές-θρησκευτικές επιλογές μας και τις ιδιαίτερες γευστικές απολαύσεις που μπορούν να καλύψουν τους γευστικούς  κάλυκες , θα ήταν   ορθότερο να συναισθανόμαστε συχνότερα το σημαντικότατο πρόβλημα υποσιτισμού που αντιμετωπίζουν περιοχές όπως η Ινδία. Ιδιαίτερα στα παιδιά αλλά  και στο εμβρυικό στάδιο η έλλειψη σημαντικών θρεπτικών συστατικών(μακροθρεπτικών-μικροθρεπτικών) μπορεί να αποβεί ολέθρια για την υγεία.     



Βιβλιογραφία:

3.       "The Indian exception". The Economist. 31 March 2011. Retrieved 13 February 2012